Θαυμάζω Αυτούς Τους Ανθρώπους

Θαυμάζω τους ανθρώπους που πηγαίνουν για το όλα ή για το τίποτα!
Τους θαυμάζω που δεν εκφράζονται από μπορεί, ίσως, δε ξέρω, θα δούμε!
 Και γιατί να εκφραστούν άλλωστε από αυτά ;
 Αφού δεν τους καλύπτουν.
Θαυμάζω τους ανθρώπους που ξέρουν τι θέλουν και το διεκδικούν… γιατί όσοι δε ξέρουμε είμαστε ανόητοι! Τους θαυμάζω γιατί δε θα δειλιάσουν να προτιμήσουν το τίποτα, όταν δεν μπορούν να έχουν το όλα!
Τους θαυμάζω γιατί δε χάνουν τον εαυτό τους.

Όλα αρχίζουν και τελειώνουν στο μυαλό σου

Άβυσσος το μυαλό, το ξέρεις και το ξέρω. Πολυεργαλείο, που λες. Ικανό για τα καλύτερα και τα χειρότερα. Ίσως και για τα δυο την ίδια στιγμή.
Άπειροι εαυτοί σε έναν. Άπειρα συναισθήματα -πολλές φορές αντικρουόμενα- όλα συγκάτοικοι στην τρέλα ενός και μόνο εγκεφάλου.
Διότι, ναι, μπορεί πάνω στις κρίσεις ρομαντισμού που μας πιάνουν να συνδέουμε τα συναισθήματα με την καρδιά εμείς οι άνθρωποι, όμως εκείνη δεν τα δημιουργεί. Επηρεάζεται από αυτά.

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι! (Νίκος Καζαντζάκης)



 


Μια από τις μεγαλύτερες λαχτάρες της ζωής μου στάθηκε πάντα το ταξίδι΄ να δω,ν'αγγίξω άγνωρα χώματα,να μπω να κολυμπήσω σε άγνωρες θάλασσες,να γυρίσω τη γης,να βλέπω,να βλέπω και να μη χορταίνω καινούριες
στεριές και θάλασσες κι ανθρώπους κι ιδέες και να τα βλέπω όλα για πρώτη φορά,να τα βλέπω όλα για τελευταία φορά,με μακρόσερτη ματιά,κι έπειτα να σφαλνώ τα μάτια και να νιώθω τα πλούτη να κατασταλάζουν μέσα μου ήσυχα,τρικυμιστά,όπως θέλουν,ωσότου
να τα περάσει από την ψιλή κρισάρα
ο καιρός,να κατασταλάξει απ'όλες τις χαρές και τις πίκρες το ξαθέρι-τούτη η αλχημεία της καρδιάς είναι,θαρρώ,μια μεγάλη,αντάξια του ανθρώπου ηδονή.

Το νησί των συναισθημάτων

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα. Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.

Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω.
 Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.

Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.
 Η Αγάπη τον ρωτάει : "Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;". "Όχι, δεν μπορώ", απάντησε ο Πλούτος. "Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα".