Μάθε να φεύγεις από εκεί που πρέπει, από εκεί που πληγώνεσαι!

Ήταν 31 Δεκεμβρίου όταν έκατσα και σκέφτηκα τα δικά μου resolutions για το 2016. 
Σκέφτηκα πολλά, αποφάσισα ακόμη περισσότερα. Έχουν περάσει όμως 12 μέρες και ξέρεις τι κατάλαβα, πως δεν έχω αλλάξει ακόμη τίποτα στην καθημερινότητά μου. Και αυτό γίνεται κάθε χρόνο. 
Κάθε χρόνο δίνω υποσχέσεις, τάζω στον εαυτό μου νέες αλλαγές, νέες διαγραφές, νέα βήματα και μετά από 12 μήνες καταλαβαίνω πως τα έχω τηρήσει στο ελάχιστο(ίσως και καθόλου).
 Όχι, πάει και τελείωσε, φέτος δε θα κάνω το ίδιο και ξεκινάω από σήμερα. Μαζί μου θα το κάνεις και εσύ γιατί μπορείς και πρέπει. Πρέπει να φύγεις από εκεί που... πρέπει. Βασικά πρέπει να φύγεις από εκεί που δεν πρέπει να είσαι, είτε εγκεφαλικά, είτε ψυχικά, είτε σωματικά.
Έχεις σκεφτεί ποτέ πως «σπας» σε πολλά κομμάτια;

Η αλληγορία των κουταλιών

.

One Human Family, Food for All

Η "αλληγορία των κουταλιών" μας διδάσκει ότι όταν αγωνιζόμαστε για να θρέψουμε τους εαυτούς μας μόνο, όλοι πεινάμε.



Αλλά όταν έχουμε επικεντρωθεί στην πείνα του γείτονα μας, ανακαλύπτουμε ότι υπάρχουν τρόποι για να μας θρέψει όλους το κουτάλι .

Πώς αντέχεις να πεθάνεις χωρίς να γίνεις όλα όσα είσαι;

Πώς αντέχεις να πεθάνεις χωρίς να γίνεις όλα όσα είσαι; Αυτό θα το πετύχεις, αν αποφασίσεις να το κάνεις. 
Είναι τόσο εύκολο. 
Έτσι γίνονται οι αλλαγές και η αλλαγή είναι πάντα δυνατή. 
Δεν αντέχω ν’ ακούω κουβέντες όπως… «Το γέρικο σκυλί δεν μαθαίνει καινούργιο κόλπα».

 Έχω διδάξει πολλά καινούργια κόλπα σε γέρικα σκυλιά. Μπορείς όμως να διαλέξεις. 


Η ζωή είναι επιλογή και είναι στα χέρια σου. 

Μπορείς να την ζήσεις χαρούμενα ή να την ζήσεις θλιβερά.

Πάμε γήπεδο;


Την ώρα του πέναλτι, εδώ σε θέλω φίλε μου. Όταν ιδρώνω απ’ την αγωνία, όταν λυγίζω απ’ το άχθος της ευθύνης, όταν καταστρώνω τη μικρή μου μάχη. Γηπεδούχος δεν είμαι, τα μόνα που έχω στην κατοχή μου είναι μια ξεφούσκωτη μπάλα και μια ακατανίκητη λαχτάρα για αγώνα. Χόρτασα αποδοκιμασίες και γιουχαΐσματα, το ξέρω πως ο αγώνας είναι πουλημένος, πως όλα είναι μάταια.

Εγώ γουστάρω να προσπαθήσω. Να βρω νερό κάτω απ’ τα τσιμέντα, να σκάβω λαγούμια με τα νύχια μου, να τραβήξω πάνω τα κεμπέκια της ζωής μου, να βγω στον ήλιο, να αλαργέψω απ’ το γκρίζο βουρκάρι της πόλης.

Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ’ την δούλεψή της.

Κωνσταντίνος Καβάφης «Ζωγραφισμένα»

Την εργασία μου την προσέχω και την αγαπώ.
Μα της συνθέσεως μ’ αποθαρρύνει σήμερα η βραδύτης.
Η μέρα μ’ επηρέασε. Η μορφή της
όλο και σκοτεινιάζει. Όλο φυσά και βρέχει.
Πιότερο επιθυμώ να δω παρά να πω.
Στη ζωγραφιάν αυτή κυττάζω τώρα
ένα ωραίο αγόρι που σιμά στη βρύσι
επλάγιασεν, αφού θ’ απέκαμε να τρέχει.
Τι ωραίο παιδί˙ τι θείο μεσημέρι το έχει
παρμένο πιά για να το αποκοιμίσει.-
Κάθομαι και κυττάζω έτσι πολλήν ώρα.
Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ’ την δούλεψή της.

[1915]

Ο ποιητής που τιμά στα έργα του την Τέχνη της Ποιήσεως δείχνει σ’ αυτό το ποίημα την εκτίμηση που έχει εν γένει στην τέχνη, καθώς για εκείνον η καλλιτεχνική έκφραση αποτελεί την ιδανική μορφή αποτύπωσης των σκέψεων και επιθυμιών του καλλιτέχνη, ανεξάρτητα από τη μορφή της Τέχνης που υπηρετεί.

Σε γενικές γραμμές η απελπισία δεν έχει καμία σημασία

ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΗΝ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ ΣΕ ΓΕΝΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ. (...) Έτσι και αρχίσουμε, δεν μπορούμε να πάψουμε να απελπιζόμαστε. Εγώ απελπίζομαι από το αμπαζούρ γύρω στις 4 η ώρα, απελπίζομαι από τη βεντάλια γύρω στα μεσάνυχτα, απελπίζομαι από το τσιγάρο που καπνίζουν οι καταδικασμένοι σε θάνατο.

 ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΗΝ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ ΣΕ ΓΕΝΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ. Η απελπισία δεν έχει καρδιά, το χέρι μου όμως μένει πάντα πάνω στη λαχανιασμένη απελπισία, στην απελπισία οι καθρέφτες της οποίας δεν μας λένε ποτέ εάν είναι πεθαμένη. Βιώνω αυτή την απελπισία που με γοητεύει. Μου αρέσει αυτή η γαλάζια μύγα που πετά στον ουρανό την ώρα που τα αστέρια σιγοτραγουδούν.

 ΓΝΩΡΙΖΩ ΣΕ ΓΕΝΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΤΗΝ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ με μακριές λεπτές εκπλήξεις, την απελπισία της υπερηφάνειας, την απελπισία της οργής. Σηκώνομαι κάθε μέρα όπως όλος ο κόσμος και απλώνω τα χέρια μου πάνω σε μια ταπετσαρία με λουλούδια, δεν θυμάμαι τίποτα και ανακαλύπτω, πάντοτε με απελπισία, τα ωραία ξεριζωμένα δέντρα της νύχτας. Ο αέρας της νύχτας είναι ωραίος σαν τυμπανόξυλα. Κάνει έναν καιρικό καιρό.

Tίποτα δεν είναι απόλυτο, από τη Frida Kahlo

12 αφορισμοί από την μεγάλη Μεξικανή ζωγράφο. Όλα αλλάζουν, κινούνται, τα πάντα περιστρέφονται, τα πάντα πετούν και φεύγουν μακριά.

«Τίποτα δεν είναι απόλυτο. Όλα αλλάζουν, κινούνται, τα πάντα περιστρέφονται, τα πάντα πετούν και φεύγουν μακριά».  

«Ο λόγος που οι άνθρωποι έπρεπε να επινοήσουμε ή να φανταστούμε ήρωες και θεούς, είναι ο φόβος. Ο φόβος της ζωής και ο φόβος του θανάτου».

«Συνήθιζα να σκέφτομαι ότι ήμουν το πιο παράξενο άτομο στον κόσμο, αλλά μετά σκέφτηκα ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί άνθρωποι, που πρέπει να υπάρχει κάποιος σαν εμένα. Κάποιος που να αισθάνεται παράξενος και ελαττωματικός, όπως κι εγώ.

Το Παράπονο, Οδ. Ελύτης

..Αναρωτιέμαι μερικές φορές: Είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;
Ν' αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις. 

Πώς Δυσκολεύουμε τη ζωή μας Χωρίς Λόγο

Προσπαθώντας να απαντήσουμε στο καίριο ερώτημα του «Ποιοί Είμαστε», συνειδητοποιώ πως χαθήκαμε στο δρόμο της επίλυσης αυτού του μπλεγμένου κουβαριού και κάναμε τη ζωή μας πιο δύσκολη απ’ όσο είναι.
Οι νεότεροι –κυριολεκτικά- εαυτοί μας θα γελούσαν αν τους δείχναμε τη τωρινή ψυχοσωματική κατάστασή μας.
Αλήθεια, έχετε βάλει ποτέ το νεότερο εαυτό σας, ως κριτή αυτού που είστε τώρα;

Μία συγκινητική ιστορία από την εκπομπή Αγρυπνος στη ΝΕΤ

Κάποιο βράδυ μια κοπέλα μού λέει: «Με λένε Ειρήνη και επειδή σας ακούω και σας θεωρώ φίλο μου, θέλω να σας αποχαιρετήσω. Αποφάσισα να φύγω από το σπίτι των γονιών μου. Έχω ετοιμάσει μια μικρή βαλίτσα και μόλις κλείσουμε το τηλέφωνο, βγαίνω χωρίς κλειδιά και τραβάω πίσω μου την πόρτα».

Είχε ένα τρέμουλο η φωνή της, σημάδι ότι η απόφαση δεν ήταν τελεσίδικη και μπορούσε να αναστραφεί… «Αξίζουν τέτοια τιμωρία οι γονείς σας; Είναι τόσο κακοί;» τη ρώτησα και πιάσαμε την κουβέντα. Από τις απαντήσεις κατάλαβα ότι το μοναδικό πρόβλημα της μοναχοκόρης δεσποινίδος ήταν πως, αν και δεκαπέντε και μισό πλέον, καλή μαθήτρια στο λύκειο και με επιδόσεις στη μουσική και τις ξένες γλώσσες, ο υπερπροστατευτικός πατέρας δεν την άφηνε ούτε ένα σινεμά να πάει με τις φίλες της. Και, επειδή η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο της ασυνεννοησίας, αποφάσισε να εγκαταλείψει το πατρικό της εκείνο ακριβώς το Σαββατόβραδο, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, και ενώ η μητέρα της και ο πατέρας λείπανε σε ταξίδι για δουλειές…