Η Πανεπιστημίου

Η Πανεπιστημίου - 1979    

Άδεια της Αθήνας Κυριακή
Βόλτα μόνος και ψιλή βροχή
Τέσσερις τ’ απόγευμα σκυφτός
Κι ένας δρόμος μπρος μου ίσιος κεντρικός

Πανεπιστημίου ντυμένη
Δικαιοσύνη και τρόλεϊ μπας
Στο καυσαέριο φλομωμένη
Γίνομαι γιος σου κι όπου με πας

Περπατώ εις τους δρόμους
Όταν ο κόσμος δεν είναι εδώ
Κόσμε κόσμε είσαι εδώ;
Είσαι!
Αλλά ονειρεύεσαι κοιμάσαι ερωτεύεσαι
Δώστε μου το χέρι σας
Κι ελάτε μαζί μου μια βόλτα
Στις όχθες της Πανεπιστημίου
Έτσι τις λέω εγώ όχθες.
Αρχίζει η περιήγηση
Ναι ξέρω. Είσαστε τέσσερα
διπλωματούχα ζητιανάκια
η μητέρα στο «Παίδων»
ο πατέρας στου «Συγγρού»
η μικρή αδερφή στο «ΚΑΤ»
κι η μεγάλη στο ΚΑΤΕ
όχι δε σας δίνω δεκαράκι τσακιστό
εδώ είναι επίσημος δρόμος
κάτω από τον Αρειο Πάγο απαγορεύεται η ζητιανιά
Ούτε κι απέναντι
απέναντι είναι του Φλόκα
Εκεί όλοι τρώνε αφορολόγητη σαλάτα «Νισουάζ»
Οι περισσότεροι είναι ξένοι
εχτός από τον Γκάτσο και τον Χατζιδάκι
είναι οι μόνοι ιθαγενείς
Προχωράμε

Έβγαλα φτερά, θα πετάξω ψηλά

Κι ενώ η Ρίτα ήταν έτοιμη να παραδεχτεί την ήττα της και να δηλώσει παραίτηση από κάθε προσπάθεια και κυρίως ελπίδα να πραγματοποιήσει το όνειρό της –να πετάξει στους αιθέρες φορώντας τη στολή της αεροσυνοδού– δέχτηκε το πολυπόθητο τηλεφώνημα. Μια από τις αιτήσεις που είχε στείλει έπιασε τόπο και κάποια αεροπορική εταιρεία την καλούσε για συνέντευξη. Ήλπιζε να κάνει καλή πρώτη εντύπωση στον υπεύθυνο, η μετέπειτα εκπαίδευση και τα καινούργια πράγματα που θα καλούνταν να μάθει δεν τη τρόμαζαν, είχε πείσμα και όρεξη για δουλειά, αρετές που σίγουρα είναι απαραίτητες για κάποιον που κάνει τα πρώτα του βήματα στον εργασιακό τομέα. Νοερά, βρέθηκε αμέσως να πετάει (έβδομος ουρανός και βάλε!), αλλά σπουδαιότερο ήταν το συναίσθημα χαράς και υπερηφάνειας, που επιτέλους θα στεκόταν μόνη στα πόδια της, θα ένιωθε χρήσιμη ως μονάδα μέσα στο κοινωνικό σύνολο και θα έβαζε σε μια τάξη τη ζωή της. Πώς συμβάλλει, αλήθεια, το επάγγελμα στην ευτυχία μας;

Να μάθεις να φεύγεις

Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν

Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας
Να φεύγεις  - αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς

Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο
Να τρέχεις μακρυά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι

Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ

Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε

Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου
(Όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας - αποδέξου το)

Να σταματήσεις να αγαπάς τον Μέλλοντα, όταν αυτό που έχεις είναι μόνο ο Ενεστώτας
Να φεύγεις από εκεί που δεν ξέρεις γιατί βρίσκεσαι - από 'κει που δεν ξέρουν γιατί σε κρατάνε

Τα έχω και τα δεν.

Έχω ένα κόμπο στο λαιμό και μια θηλιά που όλο στενεύει." Κι είναι μέρες που σφίγγει πράγματι πολύ και λες θα τα παρατήσω. Θα δεχτώ έτσι ήσυχα το τέλος, γιατί άλλωστε δεν έχω και τίποτα για να παλέψω. Κι είναι αλήθεια πολλά αυτά που δεν έχεις. Δεν έχεις δουλειά και δεν έχεις λεφτά. Κι όλο το καλοκαίρι το πέρασες στην πλατεία του χωριού σου, πίνοντας μπύρες από το περίπτερο, άντε στην καλύτερη περίπτωση με βόλτες δίπλα στη θάλασσα και ένα μπολάκι λουκουμάδες στο χέρι. Τίποτα δε μοιάζει όπως τότε, που έκανες τις διακοπές σου σε 3 διαφορετικά νησιά, άνοιγες μπουκάλια και κέρναγες σφηνάκια και την παρέα απέναντι. Μπορεί να το σκέφτεσαι και να το ξανασκέφτεσαι να πάρεις ένα γαμημένο μοχίτο, γιατί έχει 8 ευρώ κι αυτό ισούται με 2 φρέντο καπουτσίνο. Μπορεί οι μόνες διακοπές που μπόρεσες να πας τα τελευταία καλοκαίρια και που θα συνεχίσεις να πηγαίνεις τα επόμενα, να είναι σε κάμπινγκ, δύο άτομα σε μονή σκηνή και να ξυπνάς στις 7 το πρωί από τον ήλιο αναθεματίζοντας την τύχη σου, που πάλι την βάλατε στη λάθος θέση! Μπορεί να νιώθεις χρησιμοποιημένος, σχεδόν βιασμένος που τρέπεσαι σε φυγή από τη χώρα σου, τη χώρα που αγάπησες, μα δε σ' αγάπησε αυτή, για ένα μεταπτυχιακό -με λεφτά που μόνο δεν περισσεύουν από τους γονείς σου- και ένα καλύτερο μέλλον.

Η αγάπη ποτέ δεν πεθαίνει...

Ο μικρός ήταν πολύ κακόκεφος.

Κλείστηκε στο δωμάτιο κι άρχισε να στριφογυρίζει κι όλα τα πράγματα ν΄αναποδογυρίζει.
Τις ζωγραφιές από τον τοίχο ξεκολλούσε κι όλα τα παιχνίδια του χαλούσε.
-Θεέ μου... είπε η μαμά τι έχεις πάθει;
-Είμαι ένας ανάποδος και γκρινιάρης μικρός και κανείς δεν με αγαπάει ..είπε ο μικρός.
-Μικρέ μου... είπε η μαμά όπως και να΄σαι,εγώ πάντα θα σ΄αγαπώ.
-Κι αν ήμουνα αρκούδος, πάλι θα με φρόντιζες και θα μ΄ αγαπούσες; ..ρώτησε ο μικρός.
-Φυσικά ..είπε η μαμά.
Εγώ θα σ΄ αγαπώ ότι κι αν γίνει...
-Αν όμως γινόμουν πράσινο έντομο, πάλι θα μ΄αγαπούσες,πάλι θα με αγκάλιαζες και θα με φιλούσες;

Εποχή για κάστανα!

Ο καστανάς με τη φουφού του, πεζοδρόμιο γωνία... Εικόνα-κλισέ της εποχής, αγαπημένη, από τις λίγες που έχουν απομείνει να μας συνδέουν με τον "παλιό κόσμο". Με το χάρτινο χωνάκι να σου ζεσταίνει τα χέρια και την άπαιχτη μυρωδιά του ψημένου κάστανου, σκέφτεσαι ότι είναι το τρόφιμο-σύμβολο φθινοπώρου και χειμώνα, αυτό που συντροφεύει χαλαρές βραδιές στο σπίτι αλλά και γιορτινές στιγμές. Για τους λάτρεις τους -και είναι πολλοί- δεν υπάρχει ωραιότερο "κέρασμα" από ένα σωστό μαρόν γκλασέ στο χρυσόχαρτό του, ενώ το απόλυτο χειμωνιάτικο γλυκό ονομάζεται Μον Μπλαν (Λευκό Όρος) και είναι κρέμα κάστανου με σαντιγί, σκέτο ή σε εκδοχή τούρτας. Γλυκά ευρωπαϊκής προέλευσης, που εδώ και δεκαετίες έχουν υιοθετηθεί στην εγχώρια ζαχαροπλαστική, θεωρούνται κλασικά και ενδεικτικά της ποιότητας του ζαχαροπλαστείου....